Ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας, κ. Αλέξης Τσίπρας, εξήγγειλε από το βήμα της γενικής συνέλευσης του ΣΒΕΕ (Σύνδεσμος Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδος), ότι ο Αύγουστος είναι ένας κομβικός μήνας για την ελληνική οικονομία καθώς η χώρα θα εξέλθει οριστικά από τον “εφιάλτη” της μνημονιακής περιόδου. Πλέον, η ελληνική οικονομία θα μπορεί να πατήσει δυνατά στα πόδια της και η Κυβέρνηση θα έχει την ευχέρεια των επιλογών και δράσεων χωρίς ασφυκτικές παρεμβάσεις τρίτων.

Ο Πρωθυπουργός έδωσε έμφαση στην υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας, κυρίως το τελευταίο περίπου χρόνο, όπου και σημειώθηκε υπερπλεόνασμα πολύ πάνω από τις συμφωνηθέντες με τους εταίρους αποδόσεις. Τόνισε ότι η πρόοδος της ελληνικής οικονομίας θα συνεχιστεί και τα επόμενα έτη με τις εκτιμήσεις του Υπουργείου Οικονομικών να κάνουν λόγο για δημοσιονομικό πλεονασματικό χώρο κοντά στα 860εκ. ευρώ για το 2019, εκ των οποίων τα 750εκ. ευρώ αναμένεται να απορροφηθούν σε στοχευμένες φοροελαφρυντικές δράσεις.

Ο κ. Τσίπρας αναγνώρισε τις μεγάλες θυσίες του ελληνικού λαού καθόλη τη διάρκεια της “πέτρινης” μνημονιακής οκταετίας, καθώς και το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια η Κυβέρνηση αναγκάστηκε να προχωρήσει σε ιδιαιτέρως πιεστικά φοροεισπρακτικά μέτρα. Πλέον, η Κυβέρνηση ευελπιστεί ότι τα πράγματα θα αρχίσουν να αλλάζουν προς το καλύτερο, ενώ, παράλληλα, οι οικονομικο-πολιτικές συνθήκες έχουν ωριμάσει ώστε να εφαρμοστεί ευρύ φάσμα φοροελαφρυντικών μέτρων.

Υπό την ασφυκτική πίεση των τελευταίων εξελίξεων, κυρίως όσον αφορά τις έντονες πιέσεις που προέκυψαν μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών, είναι φανερό ότι η Κυβέρνηση παίζει σε εύλογο χρονικό διάστημα τα πιο “δυνατά χαρτιά” της ώστε να δημιουργήσει μια όσο το δυνατόν ευνοϊκότερη εικόνα και να “αποσυμπιέσει” τις πιέσεις που δέχεται από διάφορες πλευρές. Τώρα, αν αυτά τα θετικά κυβερνητικά μηνύματα αποτελούν κομμάτι μιας πρώιμης προεκλογικής εκστρατείας ή όντως θα υπάρξει “φως στο τούνελ”, αυτό αναμένεται να το δούμε τους επόμενους μήνες. Το γεγονός πάντως είναι ότι η ελληνική οικονομία δεσμεύεται από υπερβολικά υψηλά πλεονάσματα για τις επόμενες δεκαετίες και, όπως προειδοποίησε επανελλειμένως το ΔΝΤ, αυτό μπορεί να έχει πολύ αρνητικές συνέπειες στην ανάπτυξη της πραγματικής οικονομίας.